Οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία

03.05.2011 20:04

Ο Ελληνισμός της Τσεχίας αδυνατεί να κάνει αναδρομές σε παλαιότερες εποχές καθώς η παρουσία του στις λεγόμενες «τσεχικές χώρες» είναι πολύ πρόσφατη. Στην Τσεχοσλοβακία του μεσοπολέμου καταγράφεται παρουσία μεμονωμένων Ελλήνων, όχι κοινοτήτων. Πρώτοι «οικιστές» του Ελληνισμού στην πρώην Τσεχοσλοβακία θεωρούνται δικαίως τα εκατοντάδες τυραννισμένα, ξυπόλυτα και ρακένδυτα προσφυγόπουλα που άρχισαν να φτάνουν τον Απρίλιο του 1948 από διάφορα μέρη της σπαρασσόμενης από τον εμφύλιο πόλεμο Βόρειας Ελλάδας.

Τα παιδιά μεταφέρθηκαν με σιδηροδρομικούς συρμούς μέσω Γιουγκοσλαβίας και Ουγγαρίας στον τσεχοσλοβάκικο μεθοριακό σταθμό Μικούλοφ, κοντά στα σύνορα με την Αυστρία. Από τον Μάιο του 1948 έως το καλοκαίρι του 1949 καταγράφονται επτά τέτοιες αποστολές από την Ελλάδα που οδήγησαν στην Τσεχοσλοβακία 3.900 παιδιά, τα οποία, μετά από ένα σύντομο διάστημα που πέρασαν σε καραντίνα, οδηγήθηκαν σε περίπου 50 διαφορετικούς παιδικούς σταθμούς που λειτούργησαν σε όλη την τσεχική επικράτεια. Μετά τον Αύγουστο του 1949 έφτασαν με τις αποστολές των ενηλίκων 1.321 παιδιά επιπλέον, η πλειοψηφία των οποίων επίσης οδηγήθηκε στους παιδικούς σταθμούς.

Συνολικά, στην Τσεχοσλοβακία στα τέλη του 1949 βρισκόταν 5.185 παιδιά από την Ελλάδα, κατά το ¼ περίπου σλαβομακεδονικής καταγωγής. Η Τσεχοσλοβακία δέχτηκε την τρίτη σε δύναμη ομάδα προσφυγόπουλων από την Ελλάδα, μετά τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία. Η υποδοχή που επιφυλάχτηκε στα παιδιά αυτά ήταν θριαμβευτική, σύμφωνα με όσα καταμαρτυρούν τα άρθρα των τσεχικών εφημερίδων εκείνης της εποχής. Μολονότι εκδηλώθηκε ενδιαφέρον φιλοξενίας ή και υιοθέτησης των παιδιών από τσεχικές οικογένειες, ακολουθήθηκαν αυστηρά οι οδηγίες του ελληνικού και του τσεχοσλοβάκικου κομμουνιστικού κόμματος για τη διαφύλαξη της εθνικής τους ταυτότητας και τη διαπαιδαγώγησή τους με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελέσουν την ελίτ της μελλοντικής «λαϊκοδημοκρατικής Ελλάδας». Για τη φιλοξενία τους χρησιμοποιήθηκαν παλάτια, επαύλεις ευγενών, που μετά το 1945 είχαν εθνικοποιηθεί και εγκαταστάσεις λουτροπόλεων.

Σύμφωνα με μαρτυρίες των ίδιων των παιδιών οι συνθήκες φιλοξενίας τους στην Τσεχοσλοβακία, σε σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούσαν στα χωριά καταγωγής τους, ήταν σαφώς καλύτερες. Βελτιωμένες ήταν επίσης οι συνθήκες μόρφωσης και επαγγελματικής ειδίκευσης των προσφυγόπουλων, σε σύγκριση με αυτές που επικρατούσαν στις καθυστερημένες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας. Από τη «γενιά των παιδικών σταθμών» ανδρώθηκε ο πυρήνας της δεύτερης γενιάς των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, η οποία - χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα - ενσωματώθηκε στην τσεχική κοινωνία. Η εκπαίδευση των παιδιών ανατέθηκε αρχικά αποκλειστικά σε Έλληνες και Σλαβομακεδόνες δασκάλους. Εξ αυτών οι επαγγελματίες δάσκαλοι ήταν ελάχιστοι. Γι' αυτό το λόγο προγραμματίστηκε η εσπευσμένη εκμάθηση διδακτικών μεθόδων με ταχύρρυθμα παιδαγωγικά σεμινάρια, στα οποία οι συμμετέχοντες αρκετές φορές προέρχονταν από τις τάξεις των μεγαλύτερων παιδιών, θυμίζοντας το σύστημα των αλληλοδιδακτικών σχολείων του Καποδίστρια. Η απελπιστική έλλειψη διδακτικού προσωπικού ξεπεράστηκε ως ένα βαθμό με την μετάκληση κάποιων παιδαγωγών ή άλλων διανοουμένων από τις ελληνόφωνες κοινότητες του εξωτερικού, κυρίως από την Κύπρο και την Αίγυπτο.

Άφιξη ενηλίκων και εγκατάσταση

Μετά τη ρήξη Τίτο – Στάλιν (Ιούνιος 1948) αυξήθηκαν οι γιουγκοσλαβικές πιέσεις προς την ηγεσία του ΚΚΕ για την εκκένωση της προσφυγικής κοινότητας των Ελλήνων που είχαν εγκατασταθεί στο Μπούλκες της γιουγκοσλαβικής Βοϊβοντίνας. Το καλοκαίρι του 1949 αντιπροσωπεία του ΚΚΕ ζήτησε από το «αδελφό» τσεχοσλοβακικό κόμμα, που από τον Φεβρουάριο του 1948 είχε αναλάβει τη μονοπωλιακή άσκηση της εξουσίας στη χώρα, να διατεθούν στους Έλληνες πρόσφυγες δυο ή τρία χωριά, στα οποία θα ζούσαν αυτοτελώς, καθώς κρινόταν ότι οι περισσότεροι εξ αυτών ήταν ικανοί προς εργασία. Στη συνέχεια όλες οι σημαντικές αποφάσεις για την υποδοχή και την περίθαλψη των Ελλήνων προσφύγων λαμβάνονταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας (ΚΚΤσ.), ενώ υπεύθυνος «προς τα έξω» εμφανιζόταν ο Τσεχοσλοβακικο-ελληνικός Σύνδεσμος.

Το πρόβλημα της φιλοξενίας των Ελλήνων προσφύγων προσέλαβε νέες διαστάσεις τον Αύγουστο του 1949, καθώς μετά τη στρατιωτική ήττα των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας (ΔΣΕ) έγινε αντιληπτό ότι η Τσεχοσλοβακία θα έπρεπε να φιλοξενήσει αρκετά περισσότερους ενήλικες πρόσφυγες που στο μεταξύ είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο στην Αλβανία. Έτσι από το Νοέμβριο του 1949 συστήθηκε στο τσεχοσλοβακικό υπουργείο Εργασίας ειδικός τομέας με την επωνυμία «Ελληνική Επιχείρηση», ο οποίος λειτούργησε μέχρι το τέλος του 1951, οπότε και διαλύθηκε παραχωρώντας τη συνολική ευθύνη για τους Έλληνες πρόσφυγες στον Κοινωνικό Τομέα του Τσεχοσλοβακικού Ερυθρού Σταυρού, ο οποίος είχε την κύρια ευθύνη για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες μέχρι το 1989.

Η πρώτη ομάδα Ελλήνων προσφύγων, αποτελούμενη από 1.221 άτομα, έφτασε στην Τσεχοσλοβακία στις 30 Αυγούστου 1949, δηλαδή τη μέρα που έληξαν οι μάχες στη Γράμμο με την οριστική ήττα του ΔΣΕ. Το τρένο που μετέφερε Μπουλκιώτες πρόσφυγες έφτασε στο στρατόπεδο Λεσάνι της Κεντρικής Τσεχίας, όπου οι πρόσφυγες πέρασαν κάποιες εβδομάδες σε καραντίνα. Στο σταθμό υποδοχής Λεσάνι, που νωρίτερα είχε χρησιμοποιηθεί ως στρατόπεδο συγκέντρωσης ναζί κρατουμένων, έγιναν κάποια βελτιωτικά έργα προκειμένου να στεγαστούν και οι υπόλοιπες αποστολές των προσφύγων (συνολικά τέσσερις) που προέρχονταν επίσης από το Μπούλκες. Καθώς οι πρώτοι πρόσφυγες εγκατέλειπαν την καραντίνα του στρατοπέδου Λεσάνι προς τα κέντρα της οριστικής τους εγκατάστασης, στις αρχές Νοεμβρίου 1949 άρχισαν να φτάνουν οι πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στην Αλβανία.

Το ταξίδι τους θυμίζει Οδύσσεια. Πολωνικά καράβια παρέλαβαν τους πρόσφυγες από το αλβανικό λιμάνι του Δυρραχίου και στη συνέχεια, μετά από ένα ταξίδι έξι εβδομάδων μέσω Γιβλαρτάρ, έφτασαν εξαντλημένοι στις 3 Νοεμβρίου 1949 στο λιμάνι Γδύνια της Πολωνίας. Πάνω στο καράβι οι Έλληνες πρόσφυγες κατέγραψαν τους πρώτους νεκρούς αλλά και τις πρώτες γέννες της προσφυγικής περιόδου. Από τη Γδύνια οι πρόσφυγες μεταφέρθηκαν με δύο σιδηροδρομικούς συρμούς στο στρατόπεδο Λεσάνι. Ακολούθησαν οι συνήθεις διαδικασίες απολύμανσης, καταγραφής και ιατρικών εξετάσεων. Το αρχειακό υλικό της εποχής δεν αναφέρεται φυσικά στο άγχος που δοκίμαζαν οι πρόσφυγες. Άγχος για την εγκατάλειψη της πατρίδας και την άφιξη σε μια περιοχή της Ευρώπης, που οι περισσότεροι αγνοούσαν. Άγχος κυρίως από το γεγονός ότι λίγες ήταν οι οικογένειες που έφτασαν στους σταθμούς περίθαλψης έχοντας παρόντα όλα τα μέλη τους. Οι περισσότερες οικογένειες παρέμειναν διάσπαρτες σε διάφορες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ ή στην Ελλάδα, ενώ πολλοί δεν γνώριζαν καν εάν τα μέλη των οικογενειών τους είναι εν ζωή.

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου 1949 άρχισαν οι προετοιμασίες εγκατάστασης των προσφύγων σε τρεις παραμεθόριες περιοχές της Τσεχίας. Για τον σκοπό αυτό επιλέχτηκαν οι νομοί Ζάμπερκ, Γιέσενικ και Κρνοφ, από τους οποίους νωρίτερα είχαν αποχωρήσει οι Γερμανοί (Σουδήτες) κάτοικοί τους παρέχοντας έτσι αρκετές διαθέσιμες κατοικίες αλλά και δυνατότητες απασχόλησης στο γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα. Οι τρεις νομοί βρίσκονταν κοντά στα πολωνικά σύνορα απομονωμένοι από τα κύρια αστικά κέντρα και τις βασικές οδικές αρτηρίες της χώρας. Σε αυτές τις περιοχές επιλέχτηκαν αρχικά συνολικά 24 χωριά και οικισμοί για την εγκατάσταση των προσφύγων.

Οι Τσεχοσλοβάκοι καθοδηγητές πρώτοι αντιλήφθηκαν την αδυναμία των προσφύγων να βρουν εργασία στις προεπιλεγείσες περιοχές. Αποδείχτηκε ότι οι αρχικές εκτιμήσεις των στελεχών του ΚΚΕ δεν ήταν ρεαλιστικές καθώς στους νομούς που επιλέχθηκαν μπορούσε να βρει μόνιμη απασχόληση μόνο το ένα τρίτο του συνόλου των ικανών προς εργασία προσφύγων. Η δυσχέρεια στην εξεύρεση απασχόλησης αποδόθηκε στο γεγονός ότι αρκετές από τις βιοτεχνίες και τις μικρές βιομηχανικές μονάδες που λειτουργούσαν προπολεμικά είχαν τεθεί οριστικά εκτός λειτουργίας. Συγχρόνως, εκεί που κάποιες μονάδες εξακολουθούσαν να λειτουργούν ανέκυψε το πρόβλημα των απαγορευτικών αποστάσεων και της δυσκολίας πρόσβασης, λόγω του κακού συγκοινωνιακού δικτύου, των δυσλειτουργιών που προέκυπταν το χειμώνα με τις χιονοπτώσεις και τους αποκλεισμούς χωριών που διαρκούσαν ολόκληρους μήνες. Για όσους Έλληνες βρήκαν εργασία στα κρατικά αγροκτήματα και στα δάση, η απασχόλησή τους αποδείχτηκε ευκαιριακή, πάλι εξαιτίας του ψύχους.

Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι οι Έλληνες αγρότες δεν αντιλαμβάνονταν τον τρόπο καλλιέργειας που εφαρμοζόταν στις άγονες περιοχές της Τσεχίας. Η φροντίδα τεράστιων εκτάσεων σε συνεταιριστική βάση ήταν γι’ αυτούς εντελώς άγνωστο φαινόμενο. Οι προτάσεις ορισμένων υψηλόβαθμων στελεχών του ΚΚΕ για καλλιέργεια καπνού στις κλιματολογικές συνθήκες της Τσεχίας ήταν πραγματικά εκτός τόπου. Άδοξη κατάληξη είχε και η έμπνευσή τους για τη σύσταση του «Γεωργικού Συνεταιρισμού Νίκος Ζαχαριάδης» στην κοινότητα Βρχνι Ορλίτσε την άνοιξη του 1950. Δυό χρόνια αργότερα οι Τσέχοι διαπίστωσαν ότι τα ζώα του συνεταιρισμού ψοφούσαν λόγω ελλιπούς φροντίδας, ενώ οι σταύλοι γκρεμίζονταν προκειμένου να εξασφαλιστεί καύσιμη ύλη για τη θέρμανση των προσφύγων. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να διαλυθεί οριστικά το 1953 ο «Γεωργικός Συνεταιρισμός Νίκος Ζαχαριάδης» παράλληλα με την ομαδική εγκατάλειψη των οικισμών αρχικής εγκατάστασης.

Τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης συνοδεύονταν από σοβαρά προβλήματα εγκλιματισμού. Παράδειγμα, οι περισσότεροι Έλληνες δεν είχαν επαρκή ρουχισμό και υπόδηση προκειμένου να ανταπεξέλθουν στο βαρύ κλίμα της Βόρειας Μοραβίας. Προβλήματα εμφανίζονταν και στη διατροφή καθώς οι Έλληνες πρόσφυγες αγνοούσαν τον τρόπο παρασκευής φαγητών αλά τσεχικά, όπου κύριο ρόλο έπαιζε το αλεύρι και οι πατάτες με διάφορα παράγωγά τους συνοδευμένα από παχιές σάλτσες. Οι Έλληνες επέμειναν στον εφοδιασμό τους με όσπρια, τα οποία όμως οι Τσέχοι διέθεταν σε μικρές ποσότητες που δεν επαρκούσαν για την καθημερινή τους διατροφή. Οι δυσκολίες προσαρμογής σε μεγάλο βαθμό σχετίζονταν με το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των ενηλίκων προσφύγων, αρκετοί από τους οποίους ήταν εντελώς αγράμματοι, καθώς και από την άγνοια της τσεχικής γλώσσας.

Οι ευκαιρίες συναναστροφής με Τσέχους ήταν περιορισμένες και συνυπολογιζομένων των αδυναμιών επικοινωνίας, Τσέχοι και Έλληνες, όταν έρχονταν σε επαφή, αντιμετωπίζονταν αρχικά με αμοιβαία καχυποψία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Τόμας Κόστα, υπεύθυνος του Κοινωνικού Τομέα του Τσεχοσλοβάκικου Ερυθρού Σταυρού, στις εκθέσεις του έκανε λόγο για εμφάνιση φαινομένων ξενοφοβίας, σημειώνοντας ότι πολλά στελέχη τσεχικών επιχειρήσεων αντιμετωπίζαν τους Έλληνες με τον ίδιο τρόπο όπως και τους Τσιγγάνους. Επίσης όσοι Έλληνες άρχισαν να δουλεύουν σε εργοστάσια παρουσίασαν, συν τοις άλλοις, προβλήματα εργασιακής πειθαρχίας, συχνά δεν εμφανίζονταν στις δουλειές τους ή απλώς εγκατέλειπαν την επιχείρηση, όταν δεν τους άρεσαν οι συνθήκες εργασίας.

Διαπιστώνοντας οι Τσέχοι την αδυναμία απασχόλησης των Ελλήνων ζήτησαν από την ελληνική καθοδήγηση να επιτρέψει την πρόσληψη Ελλήνων προσφύγων σε βιομηχανικές μονάδες που βρίσκονταν σε μεγάλα αστικά κέντρα, οι οποίες τότε υπέφεραν από έλλειψη εργατικών χεριών. Έτσι, άρχισε η διασπορά των Ελλήνων όχι μόνο στις πόλεις αλλά και σε χωριά πέραν αυτών που είχαν εγκριθεί αρχικά. Ως εκ τούτου, Έλληνες εγκαταστάθηκαν στο Ζλάτε Χόρυ, στο Ρέϊβιζ, στο Γιντρζίχοβ στα πλαίσια του νομού Κρνοφ, στο Γιάβορνικ (όπου λειτουργούσε και ελληνική κλινική δυναμικότητας 35 κλινών), στη Ζούλοβα και στη Μπούκοβα του νομού Γιέσενικ. Οι κλωστοϋφαντουργικές μονάδες γειτονικών νομών ζητούσαν επειγόντως ενίσχυση κι έτσι οι Έλληνες τοποθετήθηκαν αρχικά στους νομούς Τρούτνοφ, Σούμπερκ και Ντβούρ Κράλοβε, ενώ στη συνέχεια πήραν το δρόμο για τις βαριές βιομηχανίες των μεγαλουπόλεων της Μοραβίας, Οστράβα και Μπρνο. Στις πόλεις οι Έλληνες δημιούργησαν κλειστές κοινότητες, οι οποίες έπρεπε να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους σε αντίξοες συνθήκες και χωρίς κεντρική μέριμνα.

Η ηγεσία του ΚΚΕ από το 1952 συνειδητοποίησε πλέον για τα καλά ότι η παραμονή των προσφύγων στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης δεν θα έχει προσωρινό χαρακτήρα, όπως αρχικά υπολόγιζε. Για το λόγο αυτό ο Νίκος Ζαχαριάδης, που πριν επέμενε να μείνουν οι πρόσφυγες συγκεντρωμένοι με το «όπλο παρά πόδα», άρχισε να ζητάει επειγόντως από τα αδελφά κόμματα την ένταξη των προσφύγων στο εργασιακό δυναμικό της βαριάς βιομηχανίας. Ακολούθησε μια νέα μαζικότερη μετακίνηση των προσφύφων προς την περιοχή της Οστράβας, όπου εκατοντάδες Έλληνες συμμετείχαν στην οικοδόμηση νέων συνοικιών και πόλεων. Μικρότερες ομάδες προσφύγων κατευθύνθηκαν προς το Μπρνο της Νότιας Μοραβίας, το Μπέροουν και το Πρζίμπραμ της Κεντρικής Τσεχίας. Στο τέλος του 1952 σε κύριο κέντρο της ελληνικής προσφυγιάς αναδείχτηκε η περιφέρεια της Οστράβας (4.500 άτομα), η περιφέρεια του Όλομοουτς (3.200 άτομα), καθώς και οι περιφέρειες του Χράντετς Κράλοβε (1.500) και του Μπρνο (800). Δέκα χρόνια αργότερα, δηλ. το 1962, διαπιστώνονταν ότι τα ¾ των προσφύγων, περίπου 9.500 άτομα σε σύνολο 13.000, ζούσαν στις δύο πρώτες από τις προαναφερθείσες περιφέρειες.

Η τελευταία μαζική αποστολή Ελλήνων προσφύγων καταγράφεται το 1956. Πρόκειται για 800 Έλληνες πρόσφυγες που μετά τα αιματηρά γεγονότα του 1956 στην Ουγγαρία ζήτησαν καταφύγιο στην Τσεχοσλοβακία, η οποία ανταποκρίθηκε θετικά σε σχετικό αίτημα της ηγεσίας του ΚΚΕ. Επρόκειτο για 160 οικογένειες Ελλήνων που οι περισσότεροι από αυτούς εγκαταστάθηκαν στο Γιάμπλονετς και στο Λίμπερετς.

Επανένωση οικογενειών – Ένταξη των παιδιών στο τσεχικό εκπαιδευτικό σύστημα

Από το 1952 άρχισαν να καταγράφονται αρκετά δείγματα άμεσης ή έμμεσης αμφισβήτησης της πολιτικής του «όπλου παρά πόδα» και χαλάρωσης του στρατιωτικού τρόπου οργάνωσης των προσφύγων. Το επίκεντρο της προσοχής των πολιτικών προσφύγων μεταφέρθηκε από την προσφυγική κοινότητα στην προσφυγική οικογένεια. Μετά το 1949 πολλές οικογένειες είχαν βρεθεί διαλυμένες σε αρκετές χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. Άρχισαν λοιπόν οι γονείς να ζητούν να ξαναβρούν τα παιδιά τους και οι άνδρες τις γυναίκες τους. Με πρωτοβουλία του ΚΚΕ τέθηκε σε εφαρμογή από το 1952 το «Σχέδιο Επανένωσης Οικογενειών». Η εφαρμογή του σχεδίου δεν επέφερε σημαντική αλλοίωση του αριθμού των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην Τσεχοσλοβακία. Οι ανταλλαγές όμως, συνέβαλαν στην επούλωση πολλών ανθρώπινων πληγών και στην ομαλοποίηση της λειτουργίας των προσφυγικών οικογενειών. Δύσκολα πάντως, εκτιμούνται οι ψυχολογικές συνέπειες αυτού του μακρόχρονου αποχωρισμού, που για κάποιους, ιδιαίτερα για τα παιδιά, πρακτικά σήμαινε ότι πέρασαν όλη τους την παιδική ηλικία χωρίς τους γονείς τους, πολλές φορές σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από αυτό που ζούσαν οι δικοί τους. Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις παιδιών που ερχόμενα από τους παιδικούς σταθμούς άλλων χωρών, ιδίως αυτών που δεν μιλούσαν σλαβική γλώσσα, όπως η Ρουμανία ή η Ουγγαρία, δεν ήταν σε θέση να συνεννοηθούν με τους γονείς τους και χρειάστηκε να περάσουν αρκετοί μήνες για την προσαρμογή τους στο νέο περιβάλλον. Ωστόσο, υπάρχουν εκατοντάδες περιπτώσεις οικογενειών που δεν κατόρθωσαν να ξανασμίξουν ποτέ.

Στην ομαλή λειτουργία των προσφυγικών οικογενειών και ιδιαίτερα στην ένταξή τους στο τσεχικό κοινωνικό περιβάλλον, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν δύο παράγοντες: η φοίτηση των παιδιών σχολικής ηλικίας στην τσεχική πλέον, εκπαίδευση, πράγμα που άρχισε σταδιακά από το σχολικό έτος 1952 –1953 καθώς και η σταδιακή παύση της λειτουργίας των παιδικών σταθμών των οποίων ο αριθμός έφθινε, μέχρι που ο τελευταίος εξ αυτών έκλεισε στο Σιλχερζοβίτσε οριστικά το 1964. Παράλληλα, άρχισαν να βγαίνουν στην παραγωγή τα παιδιά που είχαν φτάσει στην Τσεχοσλοβακία σε σχετικά μεγάλη ηλικία. Αυτά ομαλότερα αποδέχτηκαν τον τσεχικό τρόπο ζωής, άρχισαν να ιδρύουν τις δικές τους οικογένειες, σε ορισμένες περιπτώσεις μικτές, και να κρατούν μικρότερες ή μεγαλύτερες αποστάσεις από τα κοινόβια των προσφύγων.

Το φαινόμενο του χάσματος των γενεών παρατηρήθηκε ακόμα πιο έντονα τις επόμενες δεκαετίες, όταν και τα παιδιά που ζούσαν με τους γονείς τους ενστερνίστηκαν ακόμη ευκολότερα τον τσεχικό τρόπο ζωής. Μάλιστα, αρκετά από αυτά τα παιδιά βίωσαν μια διφυή, για να μην πούμε σχιζοειδή κοινωνικοποίηση, επειδή στο στενό οικογενειακό και τον ευρύτερο παροικιακό κύκλο μεγάλωναν σε μια ατμόσφαιρα παρωχημένων στερεοτύπων σε σχέση με τα πρότυπα που προβάλλονταν στο σχολείο και στην ευρύτερη τσεχική κοινωνία. Στην οικογένεια οι γονείς τους τα ανέτρεφαν με την προοπτική της επιστροφής σε μια πατρίδα ιδανική, την οποία όμως, τα ίδια δεν είχαν ποτέ γνωρίσει ή είχαν από αυτή μόνο θολές αναμνήσεις και η οποία, μεταχειρίστηκε τους γονείς τους με το σκληρότερο δυνατό τρόπο. Πάντως, σε κάθε περίπτωση η καθημερινή επαφή των μικρότερων σε ηλικία Ελληνοπαίδων με τους Τσέχους συμμαθητές τους και η έξοδος στην παραγωγή των μεγαλύτερων σε ηλικία εφήβων είναι τα στοιχεία που βοήθησαν να διαρραγεί ο κύκλος της απομόνωσης των ελληνικών κοινοτήτων, συμβάλλοντας σημαντικά στη δημιουργία και ανάπτυξη των επαφών με την τσεχική κοινωνία.

Πολιτική ζωή των προσφύγων – Επαναπατρισμός

Ο πλέον σημαντικός φορέας των προσφύγων στην Τσεχοσλοβακία ήταν το ΚΚΕ, το οποίο παράλληλα αποτελούσε τον κύριο ρυθμιστικό παράγοντα της ζωής τους. Το ΚΚΕ δρούσε στην Τσεχοσλοβακία καθ΄ όλα νόμιμα, παράλληλα και σχετικά αυτόνομα από τις αντίστοιχες οργανώσεις του τσεχοσλοβακικού κόμματος. Εκτός από το ΚΚΕ στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 λειτουργούσαν στην Τσεχοσλοβακία και αρκετές «μετωπικές» οργανώσεις του ΚΚΕ, όπως η ΕΠΟΝ, τα «Αετόπουλα», καθώς και οι οργανώσεις των Σλαβομακεδόνων προσφύγων. Η Τσεχοσλοβακία μαζί με τη Σοβιετική Ένωση παρέμειναν ως το τέλος οι μοναδικές χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου που δεν αποδέχτηκαν την ένταξη μελών του ΚΚΕ στις γραμμές τους. Σε ότι αφορά το συντονισμό της δραστηριότητας ΚΚΕ και ΚΚΤσ. αυτός εξασφαλίζονταν με τις συχνές επισκέψεις υψηλόβαθμων στελεχών του ΚΚΕ στην Τσεχοσλοβακία.

Συν τω χρόνω, δημιουργήθηκαν κι άλλες προσφυγικές οργανώσεις, σκοπός των οποίων ήταν η προώθηση του αιτήματος του επαναπατρισμού ή η καλύτερη οργάνωση της πολιτιστικής ζωής των προσφύγων με την ίδρυση μουσικών και χορευτικών συγκροτημάτων, θεατρικών ομάδων ή τη διοργάνωση των προσφυγικών Φεστιβάλ. Επίσης, από το 1950 έως το 1977 στην Τσεχοσλοβακία εκδιδόταν η εβδομαδιαία στην αρχή, δεκαπενθήμερη στη συνέχεια, εφημερίδα «Αγωνιστής», η οποία ενημέρωνε τους πρόσφυγες στα ελληνικά και στα σλαβομακεδόνικα για τις εξελίξεις στις κοινότητές τους, στην Ελλάδα και στον κόσμο. Επίσης, από τις αρχές της δεκαετίας του ΄50 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Καρόλου της Πράγας ιδρύθηκε η έδρα των Νέων Ελληνικών η οποία συνεχίζει τη λειτουργία της μέχρι σήμερα.

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄50 η σχετικώς ομαλή ζωή των προσφυγικών κοινοτήτων διαταράχθηκε με αφορμή τα αιματηρά γεγονότα της Τασκένδης (Σεπτέμβριος 1955). Ο διχασμός ολοκληρώθηκε μετά την αποκαθήλωση του Νίκου Ζαχαριάδη (Μάρτιος 1956). Οι αμετανόητοι ζαχαριαδικοί της Τσεχοσλοβακίας, περίπου 800 κομματικά μέλη σε σύνολο 2.000, αποπέμφθηκαν από τις θέσεις τους και αποκλείστηκαν από υπεύθυνα πόστα. Για παράδειγμα, ορισμένοι δάσκαλοι σε ελληνικούς παιδικούς σταθμούς υποχρεώθηκαν σε παραίτηση. Δεν έλειψαν όμως και περιπτώσεις εξορίας προσφύγων σε απομονωμένες περιοχές της Σλοβακίας. Η διάσπαση μεταξύ κολιγιαννικών και ζαχαριαδικών (λίγο αργότερα και μαρκικών) ήταν κάθετη, διαπέρασε κάθε προσφυγική οικογένεια, κάθε παρέα, κάθε κοινότητα. Η έξαψη των παθών οδήγησε τον Οκτώβριο 1958 στη δολοφονία του ζαχαριαδικού Δημήτρη Κουφάκη στη μικρή ελληνική κοινότητα του Μπερόουν, 30 χιλιόμετρα δυτικά της Πράγας.

Μετά από μια δεκαετία τα πάθη των Ελλήνων προσφύγων ξαναήρθαν στην επικαιρότητα τον Φεβρουάριο του 1968 ακολουθώντας τις δραματικές εξελίξεις της 12ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που οδήγησαν στην οριστική διάσπασή του. Ενισχυτικός παράγοντας των εσωτερικών τριβών στάθηκε η καταστολή της Άνοιξης της Πράγας από τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας (Αύγουστος 1968). Η ιδιαιτερότητα της προσφυγικής κοινότητας της Τσεχοσλοβακίας έγκειται στο ότι η πλειοψηφία των κομματικών μελών σε ποσοστό 70%, όπως και σημαντικό τμήμα των προσφύγων, καταδίκασαν την εισβολή των σοβιετικών τανκ στην Πράγα, σε αντιδιαστολή με τη στάση που κράτησε η ηγετική ομάδα του Κώστα Κολιγιάννη. Η στάση τους αυτή επέφερε την οριστική διάσπαση της προσφυγικής κοινότητας, που συνεχίστηκε μέχρι τη μεταπολίτευση και την έναρξη του μαζικού επαναπατρισμού των προσφύγων.

Αυτό που διέκρινε τη ζωή των προσφυγικών οικογενειών στα 30 ή 40 χρόνια της υπερορίας τους ήταν ο διακαής πόθος της επιστροφής στην πατρίδα. Η ευχή που ακουγόταν πιο τακτικά στις οικογενειακές ή άλλες εκδηλώσεις τους ήταν «...και του χρόνου στην πατρίδα». Η πρώτη – και συνάμα τελευταία – αποστολή μαζικού επαναπατρισμού καταγράφτηκε το 1954, όταν με τη διαμεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού επέστρεψαν στην Ελλάδα περίπου 800 πρόσφυγες, ως επί το πλείστον ηλικιωμένοι, παιδιά που οι γονείς τους είχαν μείνει στην Ελλάδα ή αιχμάλωτοι στρατιώτες του κυβερνητικού Εθνικού Στρατού. Στη συνέχεια, οι υπόλοιποι πρόσφυγες υπέβαλαν ατομικές αιτήσεις επαναπατρισμού, οι οποίες συνήθως συνοδεύονταν από πιέσεις που τους ασκούσαν οι πρεσβευτικές αρχές της Πράγας για υπογραφή δηλώσεων μετανοίας. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄60, δηλαδή την περίοδο που ανέλαβε την κυβέρνηση η Ένωσις Κέντρου, παρατηρήθηκε αύξηση των αιτήσεων για επαναπατρισμό και περίπου χίλιοι πρόσφυγες επαναπατρίστηκαν σε ατομική βάση. Το κύμα αυτό σταμάτησε οριστικά με την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Οι πρόσφυγες διαδήλωσαν επανειλημμένα στην Πράγα εναντίον της δικτατορίας ζητώντας την αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών στην πατρίδα τους. Το αίτημα του επαναπατρισμού έγινε πάλι επίκαιρο μετά το 1974, όταν εκατοντάδες πρόσφυγες άρχισαν αυθόρμητα να επιστρέφουν στις πατρογονικές τους εστίες, μολονότι δεν είχαν ρυθμιστεί νομοθετικά σημαντικές πλευρές της ζωής τους (αμνηστία, απόδοση ιθαγένειας, συνταξιοδοτικά και περιουσιακά ζητήματα). Τα διαδικαστικά και γραφειοκρατικά θέματα επιλύθηκαν μόλις το 1985 με τη διακρατική συμφωνία Ελλάδας – Τσεχοσλοβακίας. Μέχρι το 1989 επέστρεψαν στην Ελλάδα τα ¾ των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων της Τσεχοσλοβακίας.

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 στην Τσεχία, το ένα από τα δύο κράτη που προέκυψαν από τη διάσπαση της Τσεχοσλοβακίας (1992), ζούσαν περίπου 4.000 Έλληνες. Ο αριθμός αυτός παραμένει μέχρι σήμερα σταθερός. Πρόκειται κυρίως για τους εκπροσώπους της γενιάς των παιδικών σταθμών και τους απογόνους τους, οι οποίοι ζουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία σε μικτές οικογένειες. Οι Έλληνες της Τσεχίας είναι οργανωμένοι σε 10 κοινότητες, οι οποίες λειτουργούν στις περιοχές αρχικής εγκατάστασης των πρώην προσφύγων και προσπαθούν μέχρι σήμερα να διατηρήσουν τη γλώσσα και την εθνική τους ταυτότητα. Αποτελούν, μαζί με τον τουρισμό, τη σταθερότερη γέφυρα επικοινωνίας και αλληλογνωριμίας μεταξύ Ελλάδας και Τσεχίας.

-- Κώστας Τσίβος --
Copyright © 2007 RECKYKOUTEK.CZ